Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Χρόνια Πολλά

Τις καλύτερες ευχές μου για τα Χριστούγεννα και το Νέο Έτος 2014.
My best wishes for Christmas and the New Year 2014.


Λεπτομέρεια από την Προσκύνηση των Μάγων του Jacob van Utrecht, φιλοτεχνημένο γύρω στα 1520. Διακρίνεται ένας Ευρωπαίος μονάρχης με χαρακτηριστικά μέλους του Οίκου των Αψβούργων (μύτη, σαγόνι, χείλη) να προσφέρει το δώρο του. Νομίζω πρέπει να ταυτισθεί με τον Αυτοκράτορα Κάρολο Ε΄ - βλέπε πορτραίτο του πριν αφήσει γένια εδώ - επειδή στο βάθος απεικονίζονται σαν φρουροί δύο Έλληνες Στρατιώτες, οι οποίοι εκείνη την εποχή υπηρετούσαν στην Αυτοκρατορική Φρουρά. Ο ένας είναι οπλισμένος με λόγχη και ο άλλος φέρει φαρέτρα με βέλη. Επειδή το 2014 συμπληρώνονται 500 χρόνια από τη γέννηση του Ανδρέα Βεσάλιου να θυμίσω ότι ο Κάρολος Ε΄ ήταν ο προστάτης του πατέρα της Ανατομίας.

A detail from the Adoration of the Magi by Jacob van Utrecht, painted circa 1520. A European monarch with features of a member of the House of Habsburg (nose, chin, lips) is seen offering his present. Because two Greek "Estradiotes", who at the time served in the Imperial Guard, are depicted as guards in the background, I think he should be identified with Emperor Charles V - see here his portrait before he grew a beard. One of the "Estradiotes" is armed with a spear and the other is carrying a quiver with arrows. Since 2014 is the anniversary of 500 years from the birth of Andreas Vesalius allow me to remind you that Charles V was the sponsor of the father of Anatomy.

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Το Μαραθονήσι της Ζακύνθου – Μέρος B΄


Ο Βενετικός στόλος του Φραντσέσκο Μοροζίνι καταδιώκει τον Τουρκικό.

Από το 1494 και για πολλές γενιές, άγνωστο πόσες, το Μαραθονήσι ανήκε στο μικρό μοναστήρι που φιλοξενούσε, και αυτό με τη σειρά του στην οικογένεια Σιδηροκαστρίτη από τον Πισινόντα. Πλούτο δεν είχε, λίγα μόνο στρέμματα καλλιεργήσιμης γης χωράγανε στο βατό, βόρειο τμήμα του. Το κρατούσανε όμως, το αφήνανε κληρονομιά στους νεότερους και συντηρούσανε ολοένα το μοναστήρι της Παναγίας της Μαραθονησιώτισσας, κάτι που πρέπει να ήτανε όρος απαράβατος για να μην το πάρει πίσω η Βενετική εξουσία και το παραχωρήσει σε κάποιον άλλο. Ήταν χρήσιμα τέτοια μικρά μοναστήρια, κάθε νησίδα γύρω από τη Ζάκυνθο είχε κι από ένα, προκεχωρημένα φυλάκια και παρατηρητήρια που λειτουργούσανε όσο αντέχανε στις πειρατικές επιθέσεις.

Πολλάκις το νησύδριον υπέστη καταστροφάς εκ πειρατών, αλλ’ εύρον εκεί εκ τούτων τον τάφον πέντε τω 1530, τη ανδρεία χωρικών εγκατοίκων’ μας πληροφορεί ο Σπυρίδων Δε Βιάζης (1). Εκείνες τις μέρες το Μαραθονήσι ανήκε σε κάποιο Νικόλαο Σιδηροκαστρίτη και την αδελφή του. Εφημέριος το 1531 ήταν ο Φιλόθεος Ραζής (2). Η οικογένεια Ραζή ήταν και αυτή από τον Πισινόντα, όπου κατείχαν άλλο μοναστήρι, του Σωτήρος, και έχουν δέσει επανειλημμένα το όνομα τους σαν ιερομόναχοι και ηγούμενοι με το μεγάλο μοναστήρι των Στροφάδων. Η καταγωγή τους είναι από την Κεφαλονιά και μακρύτερα στο χρόνο, τον 13ο αιώνα, από την Πολωνία. ‘Όχι ακριβή’ χαρακτηρίζει την πληροφορία περί Πολωνίας ο Λεωνίδας Ζώης (3), χωρίς όμως να εξηγεί το λόγο της αμφισβήτησης αυτής. Και μπορεί ο Ζώης να είχε δίκιο, μπορεί όμως και όχι, μιας και το όνομα Ραζής απαντάται αυτούσιο ακόμα και σήμερα στις ακτές της Βαλτικής. Σλαβικό βέβαια δεν είναι, η απώτερη καταγωγή του φαίνεται πως είναι Λιθουανική.

Το καλοκαίρι του 1571 οι λιγοστοί καλόγεροι ή όποιοι άλλοι έτυχε να βρίσκονται στο νησάκι, πρέπει να αντίκρισαν τη μεγάλη αρμάδα του Ουλούτζαλη καθώς έκανε απόβαση στον Υψόλιθο, στην απέναντι μεριά του κόλπου του Λαγανά. Είναι άγνωστο αν οι Οθωμανοί – Μπαρμπαρέζοι κυρίως αλλά και αρνησίθρησκοι κουρσάροι σαν το ναύαρχο τους – επιτέθηκαν στο μικρό μοναστήρι ή αν οι μοναχοί και οι κτήτορες έμειναν για να το υπερασπίσουν. Στην αρχή οι επιτιθέμενοι είχαν μεγαλύτερους και ευκολότερους στόχους, όπως η σχετικά ανοχύρωτη πόλη και το λιμάνι. Αργότερα, όταν είχαν πια ρημάξει τη Χώρα και τον κάμπο γύρω της, ίσως να προσπάθησαν να το λεηλατήσουν. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι πως 13 χρόνια αργότερα η Παναγία αναφερόταν στη διαθήκη του ιερομόναχου Δαμασκηνού Σιδηροκαστρίτη(4). 

Δύο γενιές ακόμα περάσανε και το 1637 κάποιος Αντώνιος Σιδηροκαστρίτης (Antonio Sidherocastriti) βεβαίωνε (5) ότι είχε στην κατοχή του, παραχωρημένη από τη Βενετία με επίσημα έγγραφα, τη βραχονησίδα του Μαραθονησιού, όπου ήταν χτισμένη μια εκκλησία της Παναγίας (6). Είναι φανερό ότι οι απόγονοι των αδελφών Σιδηροκαστρίτη του 1494, σχεδόν ενάμιση αιώνα αργότερα, κρατούσαν ακόμη τα κτητορικά δικαιώματα (jus patronatus) της Παναγίας της Μαραθονησιώτισσας, τα οποία ήταν κληρονομήσιμα. Τα δικαιώματα αυτά επεκτείνονταν σε ολόκληρη τη νησίδα, που είναι λογικό να αποτελούσε μοναστηριακή περιουσία. Τα εισοδήματα όμως της Παναγίας, σύμφωνα με τη δήλωση του Αντωνίου Σιδηροκαστρίτη, ήταν πενιχρά (6 δουκάτα).

Ο Αντώνιος πιθανότατα ζούσε ακόμα όταν ξέσπασε ο Κρητικός Πόλεμος στα 1645. Για 24 χρόνια αιμορραγούσαν ακατάσχετα τα Ιόνια νησιά, μαζί και η Ζάκυνθος. Σε μεγάλους αριθμούς τα καλύτερα παλληκάρια μπαρκάρανε στο στόλο της Γαληνοτάτης ή επανδρώνανε τα τείχη της Κάντιας, απ’ όπου πολύ λίγοι γυρίσανε. Και τον πληρώνανε διπλά αυτό τον πόλεμο, γιατί όσο κρατούσανε οι εχθροπραξίες πολλαπλασιάζονταν οι επιδρομές των Τούρκων κουρσάρων – όπως αυτή του 1658 εναντίον της Λιθακιάς, δίπλα ακριβώς από τον Πισινόντα – χωρίς ανάγκη προσχημάτων πια. Παραδόθηκε στο τέλος υπό όρους η Κάντια, όμως η ειρήνη κράτησε μόνο 15 χρόνια.

Κατά τη διάρκεια αυτής της ειρηνικής περιόδου, το 1675, επισκέφτηκαν τη Ζάκυνθο ο Άγγλος ιερέας George Wheler μαζί με το Γάλλο γιατρό Jacob Spon. Πήγαν στις πηγές της πίσσας δια θαλάσσης και έτσι επισκέφτηκαν το Μαραθονήσι. Ο Wheler έγραψε λίγες γραμμές (7):

Σε αυτό τον κόλπο υπάρχουν δύο άλλοι μικροί βράχοι, ή νησιά∙ το ένα από τα οποία λέγεται Marathronesa, ή το Νησί του Μάραθου, λόγω της αφθονίας αυτού του φυτού, το οποίο φυτρώνει εκεί και λέγεται στα Ελληνικά μάραθρον. Σε αυτό υπάρχει μόνο μια μικρή εκκλησία με ένα ή δύο καλογέρους, οι οποίοι προσέχουν μια γυναίκα που υποστηρίζουν ότι κατέχεται από ένα Διάβολο. Αλλά, όπως είπε ο σύντροφος μου, αυτός ο Διάβολος είναι ανόητος. Μας είπε ότι είναι από την Πάδουα ενώ δεν γνώριζε ούτε λέξη Ιταλικά∙ ούτε μπορούσε να μας πει από ποιά χώρα είμαστε, ή αν είμαστε παντρεμένοι ή ελεύθεροι∙ και ούτε μπορούσε να απαντήσει σε τίποτα με συνάφεια, αλλά μιλούσε μόνο με στιχάκια, στην πραγματικότητα άσχετα.

Η Ζάκυνθος κατά τον George Wheler. Αγνόησε ότι δεν είδε, δηλαδή τα τρία τέταρτα του νησιού. Σημείωσε όμως το Μαραθονήσι αλλά και το Βροντόνερο.

Νέος πόλεμος, ο 6ος Βενετοτουρκικός, ξέσπασε το 1684 και κράτησε μέχρι το τέλος του αιώνα. Ζωστήκανε πάλι τα όπλα για τη Χριστιανοσύνη οι Ζακυνθινοί, που λέει ο λόγος, γιατί δεν τα είχανε ποτέ τους ξεζωσμένα, κι ακολουθήσανε το Μοροζίνι.

Σε αυτούς τους δύο πολέμους του 17ου αιώνα διακρίθηκαν μέλη της οικογένειας Μακρή, οικογένεια που ήταν ήδη γραμμένη στο Ζακυνθινό Libro dOro από το 1572. Δύο από αυτούς – και οι δύο φέροντας το όνομα Παύλος και γι αυτό δεν αποκλείεται να πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο – πολέμησαν, στην Κρήτη ο ένας, σαν κυβερνήτης πλοίου, και στη Λευκάδα και στο Μοριά ο άλλος (8). Ο Ζακυνθινός κλάδος της πολυσχιδούς οικογένειας Μακρή, η οποία λέγεται ότι έλκει την καταγωγή της από την Κωνσταντινούπολη, έμελλε να συνδεθεί αργότερα με το Μαραθονήσι.

Μπαίνοντας στον τρίτο χρόνο του πολέμου επέδραμαν οι Τούρκοι στο νησάκι. ‘1686, Ιουλίου 5, επάτησε ο Τούρκος το Μαραθονήσι, και επήρανε σκλάβους καλόγηρους τρεις και τον εφημέριο, οπού ήτουν του καιρού εκείνου ο παπάς Ρουματζάς, με τα παιδιά του και με την κουνιάδα του, και το κόνισμα της Παναγίας,’ αναφέρεται σε σημείωση ανωνύμου ενσωματωμένη στο Ημερολόγιον (Χρονικό) του Μάτεση (9). Μια πολύ παρόμοια εκδοχή της επιδρομής αυτής δημοσίευσε ο Ντίνος Κονόμος (10). ‘1686, Ιουλίου 5, ημέρα Δευτέρα∙ μία φελούκα Τούρκικη επήγε εις το Μαραθονήσι και έπιασε τέσσερους καλογέρους και του παπά Ρουμαντζά τη γυναίκα και την κουνιάδα του συμβία του Ευγενή Sp. Φραντζέσκου Βλαστού και επήρανε και την εικόνα της Θεοτόκου, ως καθώς ήτον. Και εις τας 27 του αυτού Ιουλίου επήγε άλλη μία φελούκα Τούρκικη στου Ψαρού και επήρε τρεις σκλάβους και εκόψανε το κεφάλι ενού παπά.’ Η γενικότερη λειψανδρία είναι πιθανό πως δεν επέτρεπε πλέον την αδιάκοπη φύλαξη και την άμυνα της νησίδας όπως παλιότερα. Επιπλέον, όπως διαφαίνεται, επρόκειτο για απόλυτο αιφνιδιασμό διαφορετικά δεν θα υπήρχαν εκεί γυναικόπαιδα. Τρεις ή τέσσερεις καλόγεροι δεν ήταν οπωσδήποτε δυνατό να τα βάλουν με πειρατική φελούκα.

Στις μέρες μας η λέξη φελούκα φέρνει στο μυαλό κάποιο τρισάθλιο καΐκι ή τα πλοιάρια που ανεβοκατεβαίνουν το Νείλο αλλά δεν ήταν το ίδιο τον 17ο αιώνα. Η φελούκα ήταν μικρό πολεμικό, ταχύτατο, ευέλικτο και καλά οπλισμένο. Ήταν απόγονος της πειρατικής, και όχι μόνο, φούστας ή γαλιότας του 15ου και 16ου αιώνα, προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις των καιρών. Η φούστα, όπως και η γαλέα ή γαλέρα, ήταν πλοίο που είχε κουπιά στις δύο του πλευρές και έτσι μπορούσε να έχει κανόνια μόνο στην πλώρη, σε πολύ μικρό αριθμό. Δεν μπορούσε συχνά να τα βγάλει πέρα ούτε με συνηθισμένα εμπορικά σκάφη, τα οποία ήταν πλέον εξοπλισμένα με σημαντικό αριθμό κανονιών περιμετρικά. Η φελούκα είχε, για λόγους ευελιξίας και προσαρμοστικότητας, διατηρήσει τα κουπιά αλλά είχε μειώσει τον αριθμό τους στο μισό περίπου, έτσι που ανάμεσα τους να χωράνε θυρίδες για κανόνια.
Φελούκα στην Κεφαλονιά το 18ο αιώνα.

Τόσο οι Ρουμαντζάδες ή Ρωμαντζάδες όσο και οι Βλαστοί ήταν οικογένειες γραμμένες στο Libro dOro από πολλές γενιές. Μάλιστα, λίγα μόνο χρόνια πριν την τραγωδία του Μαραθονησιού κάποιος Σταμάτιος Ρωμαντζάς ήταν Πρωτοπαπάς Ζακύνθου (11). Οι Βλαστοί, όπως είναι αρκετά γνωστό, ήταν απόγονοι αρχόντων της Κρήτης, που υποστήριζαν πως είχαν εγκατασταθεί εκεί με χρυσόβουλλο του Βυζαντινού αυτοκράτορα. Η Μαραθονησιώτισσα μπορεί λοιπόν να ήταν μικρό μοναστήρι αλλά η ακτινοβολία της σε τοπικό επίπεδο δεν ήταν μικρή.

Ο σπετάμπιλε Φραντζέσκος Βλαστός, απόγονος του καπετάνιου της πολιτοφυλακής Κωνσταντίνου Βλαστού, ο οποίος είχε απωθήσει τους πειρατές στα βόρεια της Ζακύνθου το 1571, λιγότερο από ένα χρόνο μετά την απαγωγή της γυναίκας του εξόπλισε πλοίο με 20 άνδρες και μαζί με τον αδελφό του Ευστάθιο ρίχτηκαν στον πόλεμο. Διακρίθηκαν σε ναυμαχία κοντά στο Ρίο και το ίδιο καλοκαίρι ο Ευστάθιος δέχτηκε εκ μέρους της Βενετίας την παράδοση του κάστρου της Γλαρέντζας (12). Εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως, όπως γράφει ο Κονόμος, στα τέλη του αιώνα τρείς κόρες του Φραντζέσκου εκάρησαν ταυτόχρονα μοναχές στον Άγιο Ιωάννη της Τέρρας του Κάστρου (13). Ο Φραντζέσκος παραχώρησε στο μοναστήρι 3000 δουκάτα. Η εισαγωγή των κοριτσιών στη μονή έγινε με τη συγκατάθεση της συζύγου του Μαρίας Νομικού. Είναι άγνωστο αν αυτή ήταν η απαχθείσα από το Μαραθονήσι και είχε στο μεταξύ απελευθερωθεί αλλά είναι πιθανό ότι οι δύο ιστορίες δεν είναι άσχετες. Μοναχός έγινε και ο ένας από τους δύο γιούς του.

Αυτή ήταν η τελευταία επιδρομή εναντίον του Μαραθονησιού, από όσο τουλάχιστον είναι γνωστό, όμως, όπως θα δούμε, δεν ήταν δυστυχώς η τελευταία τραγωδία που διαδραματίστηκε εκεί.

 

----------------------------------------------------------------------------- 

1)  Ντίνος Κονόμος, Ζακυνθινά χρονικά (1485-1953), Αθήνα 1970, σ. 178.

2)  Ντίνος Κονόμος, Εκκλησίες και μοναστήρια στη Ζάκυνθο, Αθήνα 1967, σ. 84.

3)  Λεωνίδας Ζώης, Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου, τ. Α΄, Αθήνα 1963, σ. 556.

4)  Βλέπε (1).

5)  Μαριάννα Κολυβά, Cattastico delle Chiese Greche / Καταστίχωση των ορθόδοξων Ναών και Μονών της Ζακύνθου (το έτος 1637), Θησαυρίσματα 34, Βενετία 2004, σ. 230.

6)  Είναι φανερό από αυτό ότι ολόκληρη η νησίδα του ανήκε.

7)  George Wheler, A journey into Greece, Λονδίνο 1682, σ. 43.

8)  Όπως (3), σ. 383. Επίσης Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Παύλου Δρανδάκη, λήμμα Μακρής.

9)  Κωνσταντίνος Σάθας, Ελληνικά Ανέκδοτα, τ. 1ος, Αθήνα 1867, σ. 228.

10)  Βλέπε (1). Επίσης σ. 92.

11)  Όπως (3), σ. 572.

12)  Παναγιώτης Χιώτης, Ιστορικά Απομνημονεύματα Επτανήσου, τ. 6ος, Ζάκυνθος 1887, σσ. 337 – 338.

13)  Όπως (1), σσ. 178 – 179.

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Το Μαραθονήσι της Ζακύνθου – Μέρος Α΄


 
Φαντάζει σα νησάκι παραδεισένιο, σε ωκεανό μακρινό και πλάτη τροπικά, με το Ροβινσώνα Κρούσο θα ’λεγες να παραμονεύει πίσω από τη βλάστηση, μα είναι κομμάτι της Ζακύνθου που το αγκάλιασε η θάλασσα ξεχωριστά πριν από μυριάδες χρόνια. Δυο χιλιόμετρα όλο κι όλο το χωρίζουνε από την κοντινότερη ακτή – αρκετά, μέχρι σχετικά πρόσφατα, για να αισθάνονται ασφαλείς οι κορμοράνοι στα γύρω βράχια, οι φώκιες στις βοτσαλοστρωμένες, απόμερες σπηλιές που ανοίξανε τα κύματα, και τα καλοκαίρια να σκάβουνε φωλιές στην αμμουδερή του γλώσσα οι ογκώδεις θαλασσινές χελώνες. Έτσι ήταν από την αρχή, ας την πούμε αρχή, όποτε κι αν ήταν, πριν από αμέτρητες τρικυμίες κι άλλες τόσες μπουνάτσες.

Δεν έλειψε όμως και η ανθρώπινη παρουσία από τη νησίδα, όπως βέβαια δεν έλειψαν όλα εκείνα που πάντα τη συνοδεύουν. Γι αυτή την παρουσία δεν γνωρίζουμε τίποτα πριν από τα τέλη του 15ου αιώνα. Δεν γνωρίζουμε ούτε καν πως λεγότανε το Μαραθονήσι νωρίτερα. Αλλά κι όταν έχουμε πια κάποιες πληροφορίες – από τις αρχές της Βενετοκρατίας  και μετά – αυτές είναι λιγοστές, αποσπασματικές και μπερδεμένες, έτσι που, για όσους από μας το Μαραθονήσι είναι κάτι περισσότερο από μια βαρκάδα και ένα μπάνιο, για όσους αφουγκράζονται το σκόπιμα σιγανό πλατσούρισμα ενός κουπιού και ψάχνουν την αντανάκλαση μιας φευγαλέας αχτίδας του φεγγαριού πάνω σε πειρατικό γιαταγάνι, το νησάκι θα είναι πάντα τυλιγμένο σε μυστήριο.

Το πρώτο πράγμα, χρονολογικά, που γνωρίζουμε είναι πως το Μαραθονήσι υπήρξε αντικείμενο μιας διαμάχης μεταξύ του Θεοδώρου Παλαιολόγου (1) – κατά πάσα πιθανότητα συγγενή του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα, καπετάνιου των μισθοφόρων Στρατιωτών της Ζακύνθου από το 1483 (2) και κατά περιόδους διπλωμάτη της Βενετίας – από τη μια και των αδελφών Σιδηροκαστρίτη από την άλλη. Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται αυτή η διαμάχη από τους  περισσότερους συγγραφείς δημιουργεί περισσότερα ερωτηματικά σχετικά με τα γεγονότα και την αλληλουχία τους από όσα προσπαθεί να απαντήσει. Ας πάμε λοιπόν στην αρχική πηγή των πληροφοριών σε μια προσπάθεια να τα ξεδιαλύνουμε. Αυτή δεν είναι άλλη από το ανεκτίμητο ‘Λεξικό’ του Λεωνίδα Ζώη, όπου στην πρώτη του έκδοση (1898 – 1920), στο σχετικό λήμμα ανέφερε:

Εκαλείτο προσέτι και «Νήσος του Μαραθέα» (1533 Σ/γρ. Φραγκόπουλος) και είχε παραχωρηθεί τω Θεοδώρω Παλαιολόγω επί Προβλεπτού Πέτρου Φωσκόλου, αλλ’ οι εκ κώμης Πισινόντα αδελφοί Σιδηροκαστρίτη κατέλαβον αυτήν και τη 25 ιουνίου 1494 επί Προβλεπτού Παγκρ. Ιουστινιανού παρεχωρήθη αυτοίς και ο εκεί ναός μετά μονής της Θεοτόκου Οδηγητρίας της Μαραθονητιωτίσσης μεθ’ όλων των δικαιωμάτων αυτής (Όρ. Σ/γρ. Α. Γραικόν). Τη 3 σεπτ. 1514 ο ανωτέρω Παλαιολόγος ήλθεν εις συμφωνίαν προς τους Σιδηροκαστρίτη να διακρατήσωσι τον ναόν υπό τον όρον να θέσωσι μόνον εφημέριον (Σ/γρ. Γ. Στουρίων, σ.54).

Στη δεύτερη έκδοση (1963) τα περί της διαμάχης ανασκευάζονται ως εξής:

Την νησίδα ταύτην οι εκ χ. Πισινώντα αδελφ. Σιδηροκαστρίτη κατέλαβον, ως αρχικώς αυτοίς ανήκουσαν, και δη επί Πρβλ. Π. Ιουστινιανού είχε παραχωρηθή αυτοίς και ο επί της νησίδος ν. της Θ. Οδηγητρίας, της Μαραθονησιωτίσσης, 25 ιουν. 1494. Τέλος την 3 σεπτ. 1514 ήλθον εις συμφωνίαν μετά του άνω Παλαιολόγου.

Οι πληροφορίες του Ζώη προέρχονται από το κατεστραμμένο πλέον Αρχειοφυλακείο της Ζακύνθου και ο έλεγχος τους είναι αδύνατος. Με βάση το ‘Λεξικό’ κάποιοι συμπέραναν πως το Μαραθονήσι δόθηκε στον Παλαιολόγο γύρω στα 1490 από τον τότε πρεβεδούρο της Ζακύνθου Petrus Fusculo  ενώ υποτίθεται ότι ανήκε ήδη από την εποχή της δυναστείας των Τόκκο στους αδελφούς Σιδηροκαστρίτη, των οποίων όμως οι τίτλοι ιδιοκτησίας αναγνωρίστηκαν από τους Βενετούς το 1494. Έγινε μάλιστα η υπόθεση πως αυτοί είχαν χτίσει τη Μαραθονησιώτισσα. Μια τέτοια ερμηνεία είναι προβληματική για πολλούς λόγους.

Ο Θεόδωρος Παλαιολόγος ήταν άρχοντας με σημαντική περιουσία – είχε χτήματα στον Αυριακό, ενώ μόνο τα προικιά που πήρε όταν παντρεύτηκε τη Μαρία Καντακουζηνή το 1486 άξιζαν 1720 χρυσά δουκάτα – είχε ισχυρές διασυνδέσεις στη Βενετία και, το σημαντικότερο ίσως εκείνη την εποχή, ήταν αρχηγός μιας ομάδας πενήντα περίπου εμπειροπόλεμων καβαλαραίων χωρίς να υπολογίζεται πόσους ακόμα είχε ο αδελφός του Γεώργιος (3). Η γενναιότητα των αδελφών Σιδηροκαστρίτη δεν αμφισβητείται, οποιοσδήποτε εξ άλλου είχε τα κότσια να διαβιεί στη Ζακυνθινή ύπαιθρο εκείνους τους καιρούς, και ιδιαίτερα στην εκτεθειμένη περιοχή του Πισινόντα, ήταν εξ ορισμού σκληρό καρύδι. Το να τα βάζει όμως κανείς με οικογένειες όπως οι Παλαιολόγοι, οι Σιγούροι ή οι Λασκαραίοι-Μεγαδουκαίοι χωρίς απολύτως έγκυρα ντοκουμέντα δεν ήταν καθόλου υγιεινή ενασχόληση. Αν μάλιστα η άλλη πλευρά διέθετε, όπως σε αυτή την περίπτωση, τίτλο ιδιοκτησίας από τον πρεβεδούρο τότε δεν τα έβαζαν μόνο με ντόπιους άρχοντες αλλά και με τη Βενετική εξουσία.

Νομίζω πως ο Pancratius Iustiniano πολύ δύσκολα θα αναγνώριζε το 1494 τίτλους ιδιοκτησίας σε άλλα πρόσωπα μέσα στη νόμιμη περιουσία των Παλαιολόγων, στους οποίους βασιζόταν για την άμυνα του νησιού που διοικούσε και οι οποίοι έπαιρναν ενεργό μέρος στις πολεμικές συγκρούσεις της Ιταλικής χερσονήσου. Επιπλέον, πέραν του ότι ο Ζώης γράφει για παραχώρηση και όχι για αναγνώριση, όπως θα δούμε εξετάζοντας τις πληροφορίες από το 17ο αιώνα στην οικογένεια Σιδηροκαστρίτη ανήκε ολόκληρο το Μαραθονήσι και όχι μόνο η Μαραθονησιώτισσα. Δηλαδή η διαφορά ήταν για ολόκληρο το νησί και όχι μόνο για το μοναστήρι όπως υποτέθηκε.  

Ερωτηματικά επίσης προκαλεί το ότι, σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, η λύση της διένεξης καθυστέρησε τουλάχιστον μία εικοσαετία. Κατά την πρώτη μάλιστα δεκαετία ο Παλαιολόγος – με εξαίρεση την εισβολή των Γάλλων στην Ιταλία (1494 – 1495) και τα πρώτα δύο χρόνια του Βενετοτουρκικού πολέμου (1499 – 1503) – βρισκόταν στη Ζάκυνθο και είχε το χρόνο να διευθετήσει το ζήτημα.

Ακόμη όμως και αν αυτή η ερμηνεία είναι σωστή από πουθενά δεν προκύπτει παρουσία της οικογένειας Σιδηροκαστρίτη στη Ζάκυνθο πριν την εκδίωξη του Αντωνίου Τόκκο από τους Βενετούς το 1483. Η φράση ‘ως αρχικώς αυτοίς ανήκουσαν, και δη επί Πρβλ. Π. Ιουστινιανού είχε παραχωρηθή αυτοίς’  είναι κατά τη γνώμη μου φανερό ότι αναφέρεται σε περίοδο που περιλαμβάνει την παραχώρηση από τον Pancratius Iustiniano το 1494. Αλλά και αν δεν την περιελάμβανε θα μπορούσε κάλλιστα να εννοεί την περίοδο 1483 – 1493 και όχι αναγκαστικά αυτήν της εξουσίας των Τόκκο. Άλλες πηγές που να αναφέρονται σε ύπαρξη οικογένειας Σιδηροκαστρίτη στη Ζάκυνθο πριν το 1494 δεν υπάρχουν (4).   

Σύμφωνα με τη Μαρία Σιδηροκαστρίτη – Κοντονή, κατά την οικογενειακή τους παράδοση προέρχονται από το Σιδηρόκαστρο της Μάνης. Αυτό βέβαια δεν αποτελεί απόδειξη αλλά είναι πολύ πιθανό να είναι σωστό. Η Μαρία επίσης συνδυάζει τη Μανιάτικη καταγωγή της οικογένειας με το ότι την ονομασία Μαραθονήσι τη μοιράζεται ένα άλλο νησάκι, η αρχαία Κρανάη, πολύ κοντά στην ακτή της Λακωνίας, στο Γύθειο. Το Γύθειο, το οποίο ήταν και αυτό παλιότερα γνωστό σαν Μαραθονήσι, είναι το σημαντικότερο επίνειο της Μάνης. Είναι δηλαδή πιθανό ότι οι πρόγονοι της οικογένειας ονόμασαν το νησάκι τους έτσι λόγω της θύμησης του μικρού νησιού στη Λακωνική πατρίδα που είχαν εγκαταλείψει. Αν αυτό ισχύει τότε το Μαραθονήσι βαφτίστηκε πριν ακόμη παραχωρηθεί στους αδελφούς Σιδηροκαστρίτη αφού, κατά τα φαινόμενα, έτσι ήταν ήδη γνωστό κατά την παραχώρηση του 1494.

Τα παραπάνω συνδυάζονται πολύ καλά με το γεγονός ότι οι πρώτοι έποικοι μετά την καταστροφή της Ζακύνθου από την Τουρκική επίθεση του 1479 ήταν, σε μεγάλο ποσοστό, Μανιάτες. Οι άρχοντες της Μάνης είχαν αναγκαστεί να αποδεχτούν την Τουρκική κυριαρχία το 1460 αλλά είχαν πολύ γρήγορα επαναστατήσει και προσφέρει την πατρίδα τους στη Βενετία. Αν και οι Οθωμανοί απέτυχαν να καταλάβουν τη Μάνη στη διάρκεια του Βενετοτουρκικού πολέμου (1463 – 1479), με τη συνθήκη τερματισμού του οι Βενετοί υποχρεώθηκαν να την επιστρέψουν. Πολλοί Μανιάτες έφυγαν για την Κορώνη και τη Μεθώνη, αρνούμενοι να ζήσουν υπό Οθωμανική κυριαρχία. Η πικρία και η αγανάκτηση μερικών οδήγησε στο επαναστατικό κίνημα του 1480 – 1481 με ηγέτη τον άρχοντα της Βαρδούνιας Κροκόνδυλο Κλαδά. Το Σιδηρόκαστρο τυχαίνει να βρίσκεται πολύ κοντά στην περιοχή της Βαρδούνιας, στο επίκεντρο δηλαδή της επανάστασης. Το νέο απόκτημα της Γαληνοτάτης, η Ζάκυνθος, όχι μόνο πρόσφερε ελεύθερη γη για την εγκατάσταση των προσφύγων αλλά και λόγω γεωγραφικής θέσης απομάκρυνε τους ανήσυχους Μανιάτες από τους Τούρκους. Μπορούσε έτσι η Σινιορία να έχει ήσυχο το κεφάλι της ότι δεν θα συρόταν σε νέες εχθροπραξίες.

Η αντίθετη άποψη στην παραχώρηση της νησίδας στον Παλαιολόγο περί το 1490 εκφράστηκε από τη Μαριάννα Κολυβά, η οποία υιοθέτησε μια διαφορετική ερμηνεία των υπαρχόντων στοιχείων, χωρίς όμως να εξηγήσει τους λόγους ή να μπει σε λεπτομέρειες. Κάτι τέτοιο έβγαινε προφανώς έξω από τα πλαίσια της εργασίας της για το Θεόδωρο Παλαιολόγο (5). Γράφει απλώς ότι ο Petrus Fusculo  του παραχώρησε το Μαραθονήσι μεταξύ των ετών 1502 και 1504. Πραγματικά, το όνομα Petrus Fusculo  αναφέρεται σαν πρεβεδούρος της Ζακύνθου όχι μόνο την περίοδο 1490 – 1492 αλλά και μεταξύ 1502 – 1504. Σύμφωνα με το Δημήτρη Αρβανιτάκη δεν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο (6). Η συνωνυμία είναι κάτι που δεν εκπλήσσει, σε αντίθεση με μια δεύτερη θητεία του ιδίου, επειδή η Ζάκυνθος, ευάλωτη και χωρίς να έχει επουλωμένες τις βαθιές πληγές του 1479, ήταν κάθε άλλο παρά ελκυστικός τόπος διορισμού. Μια παραχώρηση του νησιού από το δεύτερο κατά σειρά Petrus Fusculo  είναι πολύ πιο ελκυστική από μια παραχώρηση από τον πρώτο, πάνω από μια δεκαετία νωρίτερα.  

Στις αρχές του 16ου αιώνα ο Θεόδωρος, εξαργυρώνοντας τις σημαντικές στρατιωτικές και διπλωματικές υπηρεσίες που είχε προσφέρει στη διάρκεια του Βενετοτουρκικού πολέμου, προσπαθούσε να βρει πόρους για να εξασφαλίσει στην πολυμελή οικογένεια του ένα επίπεδο ζωής που άρμοζε στην κοινωνική τους θέση. Ο αδελφός του είχε πριν λίγα χρόνια σκοτωθεί πολεμώντας στην Ιταλία και έπρεπε να φροντίσει τη χήρα του και τα έξι τους παιδιά. Δύο γιούς και τέσσερες κόρες είχε και ο ίδιος. Συνολικά τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειας του έφταναν τα είκοσι εφτά (7). Έτσι, είναι πιθανό ότι μεταξύ διαφόρων παραχωρήσεων που πέτυχε, κυρίως χρηματικών, ήταν και το Μαραθονήσι.

Ο Θεόδωρος Παλαιολόγος ζούσε πια στη Βενετία και, παρόλο που επισκεπτόταν τη Ζάκυνθο για να δει την οικογένεια του και να στρατολογήσει άνδρες για την κομπανία του, μάλλον δεν διέθετε τον απαιτούμενο χρόνο για να ασχοληθεί και με το ζήτημα του Μαραθονησιού. Ίσως και να μην ήθελε να ασχοληθεί επειδή πρέπει να γνώριζε ότι οι αδελφοί Σιδηροκαστρίτη είχαν δίκιο. Το νησί τους ανήκε από το 1494 και κατά πάσα πιθανότητα η παραχώρηση του από το Fusculo  ήταν άκυρη.

Στο σεισμό της 16ης Απριλίου του 1513 σκοτώθηκε η γυναίκα του Θεοδώρου και τραυματίστηκε μια από τις κόρες του. Φαίνεται πως η είδηση τον ανάγκασε να έρθει εσπευσμένα στη Ζάκυνθο για σημαντικό χρονικό διάστημα και να φροντίσει τα οικογενειακά και περιουσιακά του ζητήματα. Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1514 το θέμα της νησίδας και του μικρού μοναστηριού της διευθετήθηκε, ουσιαστικά με τη σχεδόν πλήρη υποχώρηση του Παλαιολόγου (8), ο οποίος κράτησε μόνο το δικαίωμα να ορίζει τον εφημέριο του ναού.

Καθώς κλείνει ο πρώτος κύκλος της ιστορίας του Μαραθονησιού μένει να πούμε πως, όπως φαίνεται, η συμφωνία μεταξύ των διεκδικητών δεν άφησε καμία πικρία ή έχθρα στις εμπλεκόμενες οικογένειες. Την 1η Ιανουαρίου του 1539, ανάμεσα στα μέλη της κομπανίας του Δημητρίου Παλαιολόγου, δευτερότοκου γιού του Θεοδώρου, ο οποίος είχε στο μεταξύ πεθάνει στη Βενετία σε βαθειά γεράματα, συγκαταλέγεται και ένας Στρατιώτης με το όνομα Δημήτριος Σιδηροκαστρίτης (9).



------------------------------------------------------------------------------- 

1)  ‘Ολα τα βιογραφικά στοιχεία για τον Παλαιολόγο και την οικογένεια του, για τα οποία δεν αναφέρεται διαφορετική πηγή, προέρχονται από την εργασία της Μαριάννας Κολυβά Θεόδωρος Παλαιολόγος, Αρχηγός Μισθοφόρων «Στρατιωτών» και Διερμηνέας στην Υπηρεσία της Βενετίας, Θησαυρίσματα, 1973, σελ. 153.

2)  Κ. Σάθας, Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τ. 1ος, σ. 283.

3)  Ο Γεώργιος Παλαιολόγος ήταν και αυτός καπετάνιος Στρατιωτών και Ιππότης του Αγίου Μάρκου (Κ. Σάθας, Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τ. 7ος, σ. 57). Πιθανολογείται ότι και ο ίδιος ο Θεόδωρος είχε χριστεί Ιππότης του Αγίου Μάρκου περί το 1480. Ένας άλλος αδελφός ήταν ηγούμενος μονής στη Ζάκυνθο. Μια αδελφή τους ήταν στο χαρέμι κάποιου Τούρκου στο Μυστρά. Ο πατέρας τους Παύλος, πριν περάσει στην υπηρεσία των Βενετών στα τελειώματα του Βενετοτουρκικού πολέμου, βρισκόταν στην υπηρεσία των Οθωμανών. Ο Θεόδωρος ήταν για ένα διάστημα σούμπασης, δηλαδή στρατιωτικός/αστυνομικός διευθυντής μιας περιοχής του Μοριά. Είναι άγνωστο για ποιό λόγο πέρασαν στην άλλη πλευρά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Μια υπόθεση που νομίζω θα μπορούσε να σταθεί είναι ότι, όπως συνήθιζαν να κάνουν οι Οθωμανοί με Χριστιανούς άρχοντες που υπέκυπταν στην εξουσία τους, τα παιδιά του Παύλου πάρθηκαν όμηροι για να εξασφαλίσουν τη συνέχιση της πιστής του υπηρεσίας στο Σουλτάνο. Είναι άλλωστε γνωστό ότι ο Θεόδωρος μιλούσε άπταιστα Τουρκικά. Συνήθως οι όμηροι εξισλαμίζονταν και αργότερα τους δίνονταν σημαντικά πόστα στην Αυτοκρατορία. Σε αυτή την περίπτωση τα παιδιά κράτησαν την πίστη τους και, υποθέτω, όταν επέστρεψε και ο τελευταίος η οικογένεια άλλαξε στρατόπεδο. Επέστρεψαν βέβαια μόνο τα αγόρια. Η παντρεμένη με Τούρκο κόρη του δεν επέστρεψε.

4)  Ο Λ. Ζώης στο Λεξικό του, ανάμεσα στα ελάχιστα που αναφέρει για την οικογένεια Σιδηροκαστρίτη λέει ότι μαρτυρείται από το 1500 αν και ήταν ο ίδιος που διέσωσε την παραχώρηση του 1494. Από εκείνη την εποχή μέχρι σήμερα τα περισσότερα μέλη της οικογένειας παρέμειναν στο χωριό Πισινόντας, γνωστό και σαν Παντοκράτορας. Κάποιος Γεώργης Σιδεροκαστρίτης κατείχε ένα χωράφι στην Αγία Παρασκευή το 1526 (Λ. Ζώης, Έγγραφα του ΙΣΤ΄ αιώνος εκ του αρχείου Ζακύνθου, διαθήκη του ιερέα Γεωργίου Παπαδάτου, Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1938). Η τοποθεσία της Αγίας Παρασκευής είναι άγνωστη αλλά στον Άγιο Ιωάννη του Μπουγιάτου υπήρχε αχρονολόγητη  επιγραφή ανακαίνισης της Αγίας Παρασκευής, η οποία σήμερα βρίσκεται στο Βυζαντινό Μουσείο Ζακύνθου.

5)  Βλέπε (1).

6)  Fusculo Petrus de Hieronymi ο πρώτος και Fusculo Petrus de Andrea ο δεύτερος (Οι Αναφορές των Βενετών Προβλεπτών της Ζακύνθου, 16ος – 18ος αι., Βενετία 2000, σ. 495).

7)  Ίσως σε αυτά να περιλαμβάνεται και υπηρετικό προσωπικό, δηλαδή δούλοι.

8)  Στο Μαραθονήσι υπήρχε εκείνη την εποχή και ένα εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας, το οποίο μαρτυρείται το 1514 (Λ. Ζώης, Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου, 1963, τ. Α΄, σ. 393). Από το εκκλησάκι αυτό δεν υπάρχουν ίχνη. Κατά μία άποψη το σημείο όπου στεκόταν υποχώρησε και γκρεμίστηκε στη θάλασσα.

9)  Λ. Ζώη, Ο Ελληνικός Λόχος εν Ζακύνθω κατά τους χρόνους της δουλείας, Ελληνισμός, έτος ιδ΄, τ. 161-162, 1911.

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

Τα σκουτάρια του Μερκούριου


 
Πριν από δυόμισι χρόνια είχα δημοσιεύσει την παραπάνω εικόνα από το βιβλίο Der Weiß-Kunig του Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού Α΄. Είχα πει τότε πως ο εικονιζόμενος Στρατιώτης έφερε στη λόγχη του σημαιάκι με το Βουργουνδιανό σταυρό του Αγίου Ανδρέα, σημάδι πως βρισκόταν στην υπηρεσία του αυτοκράτορα. Είχα μάλιστα παρατηρήσει πως τον ίδιο σταυρό έφερε και η σημαία που είχε χαρίσει ο Μαξιμιλιανός στο διασημότερο των Στρατιωτών, το Μερκούριο Μπούα. Δεν είχα ακόμη τότε καταλήξει στο τι απεικονιζόταν πάνω στην ασπίδα του Στρατιώτη και για αυτό το λόγο δεν είχα αναφέρει τίποτα. Είναι ένα σχήμα παράξενο, κάτι σαν ήλιος με πολύ μακριές, λεπτές και ακανόνιστες αχτίδες. Σε μια άλλη εικόνα του ίδιου βιβλίου μπορούμε να δούμε, λιγότερο καθαρά, μια παρόμοια ασπίδα.

Around two and a half years ago I had posted the above picture from the book Der Weiß-Kunig of the emperor Maximilian I. I had said then that the depicted stradiot had a pennant on his lance with the Burgundian cross of St Andrew, a sign that he was in the service of the emperor. I had also remarked that the same cross was on a flag that Maximilian had given to the most famous of the stradiots, Mercurio Bua. I had not then come to a conclusion yet as to what was depicted on the shield of the stradiot and for this reason I had not mentioned anything. It is a strange design, a little like a sun with very long, thin and irregular rays. In another picture from the same book we can see, less clearly, a similar shield.


Εδώ η απεικόνιση φαίνεται περισσότερο σαν έντομο, ένας σκορπιός ίσως, αλλά μοιάζει υπερβολικά με την πρώτη για να μας επιτραπεί η εκτίμηση πως πρόκειται για κάτι διαφορετικό. Νομίζω ότι μπορώ να καυχηθώ πως σε αυτό το ιστολόγιο έχουν δημοσιευτεί, συχνά για πρώτη φορά, περισσότερες απεικονίσεις Στρατιωτών από οπουδήποτε αλλού – και δεν εννοώ δημιουργίες των τελευταίων διακοσίων χρόνων. Όμως δεν έχω βρεί άλλους διάκοσμους ασπίδων πέρα από κάποια γεωμετρικά σχήματα, τα οποία ίσως θα μπορούσαν να μεταδώσουν το νόημα τους αν ήταν έγχρωμα αλλά δυστυχώς δεν είναι.

Here the depiction seems more like that of an insect, a scorpion perhaps, but it is too similar to the first to allow us to conclude that it is something different. I think I can boast that in this blog more depictions of stradiots have been published, often for the first time, than anywhere else – and I don’t mean creations of the last two hundred years. However, I have not found any other shield decorations, beyond some geometric designs, which could perhaps have relayed their meaning if they were coloured but unfortunately they are not.

Μια πιθανότητα που με απασχόλησε είναι το σχήμα που απεικονίζεται πάνω στην ασπίδα να είναι το μυθικό οικόσημο του Πύρρου, του αρχαίου βασιλιά της Ηπείρου, το οποίο χρησιμοποιούσε ο Μερκούριος Μπούας επαιρόμενος ότι κατάγεται από αυτόν: ένα χέρι που κράταγε τέσσερα φίδια. Οι εικονιζόμενοι Στρατιώτες είναι πιθανότατα άνδρες του Μπούα, ο οποίος υπηρέτησε το Μαξιμιλιανό ελάχιστα χρόνια πριν τη δημιουργία του βιβλίου. Δεν φαίνεται όμως να πρόκειται ούτε γι αυτό αφού τα ‘φίδια’ της ασπίδας εκτείνονται περιμετρικά προς όλες τις κατευθύνσεις.

One possibility I considered is that the design depicted on the shield is the mythical coat of arms of Pyrrhus, ancient king of Epirus, which Mercurio Bua used bragging that he was descended from him: a hand holding four snakes. Bua served Maximilian just a few years before the creation of the book and the pictured stradiots are most likely his men. However, it appears it is not that either, since the shield’s “snakes” extend in all directions.


Ευτυχώς το ασυνήθιστο σχήμα πάνω στην ασπίδα δεν είναι μοναδικό. Η μάχη που έκανε πασίγνωστους τους Στρατιώτες στην Ευρώπη ήταν του Fornovo στα 1495, όταν λεηλάτησαν προσωπικά αντικείμενα του βασιλιά της Γαλλίας Καρόλου Η΄. Στη μάχη αυτή είχε πάρει μέρος και ο Μερκούριος, σε ηλικία μόλις 17 ετών. Πολλές δεκαετίες αργότερα, στα 1578 – 79, ο Tintoretto ζωγράφισε ένα πίνακα με θέμα αυτή τη μάχη. Ο πίνακας είναι γνωστός σανΗ μάχη του Taro’.

Luckily, the unusual design on the shield is not unique. The battle that made the stradiots famous all over Europe was that of Fornovo in 1495, when they looted the personal effects of the French king Charles VIII. Mercurio had taken part in that battle himself, when he was just 17. Many decades later, in 1578 – 79, the battle was the theme of a painting by Tintoretto. It is known as “The battle of Taro”.


Στη μια άκρη του πίνακα διακρίνεται έφιππος ο Μαρκήσιος της Μάντοβα Francesco Gonzaga, περίφημος κοντοτιέρος της εποχής και αρχιστράτηγος του στρατού της Βενετίας. Ακριβώς πίσω του μια κόκκινη σημαία με μακριές πύρινες γλώσσες προς όλες τις κατευθύνσεις, που είναι σαν να ξεκινούν από τον ίδιο. Στην απέναντι πλευρά του πίνακα Στρατιώτες διασχίζουν έφιπποι τον ποταμό Taro και επιτίθενται στους Γάλλους. Μπροστά έχουν μια άσπρη σημαία με ένα σύμβολο που θυμίζει χρυσό σκαραβαίο αλλά με πόδια ολόγυρα, ακόμα και πίσω. Το σχήμα του είναι απαράλλαχτο με αυτό στο Der Weiß-Kunig και δεν πρόκειται παρά για μια μακρινή άποψη του ίδιου φλεγόμενου συμβόλου που εμφανίζεται στην κόκκινη σημαία.

In one corner of the painting the Marquis of Mantua Francesco Gonzaga, a renowned condottiero of the era and the supreme commander of the Venetian forces, can be seen on horseback. Right behind him there is a red flag with long tongues of fire that spread in all directions and are as if they emanate from Gonzaga himself. Right across the painting mounted stradiots ford the River Taro and attack the French. At the head of their formation they carry a white flag with a symbol that resembles a gold scarab but with legs all around, even at the back. Its shape is identical to the one in Der Weiß-Kunig and is in fact nothing but a distant view of the same burning symbol that we see on the red flag.


Η σημαία αυτή δεν έχει σχέση με τη Βενετία αλλά μόνο με το Francesco Gonzaga και η απεικόνιση της από τον Tintoretto είναι ιστορικός αναχρονισμός. Η μάχη του Fornovo/Taro ήταν η αφορμή για τη δημιουργία  της. Σαν αντίδραση στην κριτική που δέχτηκε ο Gonzaga για την αποτυχία του να συντρίψει αποφασιστικά τους Γάλλους, καθιέρωσε σαν έμβλημα του ένα φλεγόμενο χωνευτήριο που περιείχε ράβδους χρυσού. Μια τέτοια σημαία με φλεγόμενο χωνευτήριο θα χαρίσει ο Gonzaga στο Μερκούριο λίγα χρόνια αργότερα, το 1501. La insegna rossa con uno corizol in foco con un vaso doro dentro su donata dal Signore Francesco Gonzaga Marchese di Mantoa per capitano de cavalli lezeri del MDI, είναι η περιγραφή της στο χειρόγραφο κώδικα του 1519 που έγραψε ο Τζάνες Κορωναίος. Το κατά τον Κορωναίο corizol, γνωστότερο σαν crogiuolo, έγινε σύμβολο της Μάντοβα και το βρίσκει κανείς ακόμη σε παλιά νομίσματα αλλά και στο Δουκικό Παλάτι των Gonzaga, από όπου και η παρακάτω φωτογραφία.

This flag has nothing to do with Venice and is linked only to Francesco Gonzaga. Its inclusion by Tintoretto is a historical anachronism. The battle of Fornovo/Taro was the trigger for its creation. In reaction to criticism for his failure to decisively crush the French, Gonzaga adopted as his emblem a burning crucible that contained gold ingots. He gave Mercurio a flag with such a flaming crucible a few years later, in 1501. La insegna rossa con uno corizol in foco con un vaso doro dentro su donata dal Signore Francesco Gonzaga Marchese di Mantoa per capitano de cavalli lezeri del MDI, is how the manuscript code of 1519 by Tzanes Coroneos describes the flag. What Koroneos calls a corizol, better known as a crogiuolo, became a symbol of Mantua and can still be seen on old coins or in the Ducal Palace of the Gonzaga, as in the photograph below.


Στο Μερκούριο δόθηκαν και άλλες σημαίες: από τον Δούκα του Μιλάνου Ludovico Sforza το 1499, το Βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΒ΄ το 1503, το Μαξιμιλιανό στα 1510 και τη Βενετία το 1514. Δεν γνωρίζω αν πρόκειται για άλλον ένα αναχρονισμό ή αν οι Στρατιώτες του Μπούα είχαν πράγματι κρατήσει το σύμβολο του Gonzaga ενώ πληρώνονταν από τον Μαξιμιλιανό, σχεδόν μια δεκαετία αργότερα. Φαίνεται όμως πως για ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, την αυγή του 16ου αιώνα, οι χρυσές φλόγες της Μάντοβα είχαν λάμψει πάνω στις ασπίδες τους.

Mercurio was presented with other flags too: from the Duke of Milan Ludovico Sforza in 1499, the King of France Louis XII in 1503, Maximilian in 1510 and Venice in 1514. I do not know if this is another anachronism or if Bua’s stradiots had retained the Gonzaga insignia while on Maximilian’s payroll, almost a decade later. However, it seems that for an indeterminable period of time, at the dawn of the 16th century, the golden flames of Mantua shone on their shields.

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Ξεχασμένα στοιχεία για το θάνατο του Βεσάλιου αναδύονται


 
Πλησιάζοντας το 2014, επέτειο των πεντακοσίων χρόνων από τη γέννηση του Ανδρέα Βεσάλιου, ανακαλύπτονται όλο και περισσότερα στοιχεία που ρίχνουν φως στις μυστηριώδεις συνθήκες του θανάτου του. Στο τελευταίο χειμερινό τεύχος του ακαδημαϊκού περιοδικού VesaliusActa Internationalia Historiae Medicinae, το οποίο εκδίδεται από την International Society for the History of Medicine (Διεθνής Εταιρεία για την Ιστορία της Ιατρικής), δημοσιεύτηκε ένα άρθρο με τίτλο The Last Months of Andreas Vesalius: a Coda (Οι Τελευταίοι Μήνες του Ανδρέα Βεσάλιου: ένα Επιστέγασμα) (1). Το άρθρο υπογράφουν οι Βέλγοι γιατροί Maurits Biesbrouck, Theodoor Goddeeris και Omer Steeno, άνθρωποι που ασχολούνται εδώ και πολλά χρόνια με τη ζωή και το έργο του Βεσάλιου και δικαιωματικά θεωρούνται αυθεντίες σε αυτό το θέμα.

As we approach 2014, the anniversary of 500 years from the birth of Andreas Vesalius, more and more evidence is discovered that sheds light on the mysterious circumstances of his death. In the last winter edition of the academic journal Vesalius – Acta Internationalia Historiae Medicinae, issued by the International Society for the History of Medicine, an article was published with the title The Last Months of Andreas Vesalius: a Coda (1). The article is signed by the Belgian doctors Maurits Biesbrouck, Theodoor Goddeeris and Omer Steeno, men who have for many years been engaged in the study of the life and work of Vesalius and are rightly considered authorities on the subject.

Ο λόγος για τον οποίο γράφτηκε το άρθρο ήταν ο εντοπισμός από τους ερευνητές δύο αγνοημένων κειμένων για το θάνατο του θεμελιωτή της σύγχρονης Ιατρικής. Το ένα είναι η Γερμανική εκδοχή των ταξιδιωτικών εντυπώσεων του Fürer von Haimendorf (2). Σε αυτή, ο Γερμανός περιηγητής, στον οποίο χρωστάμε την ταφική επιγραφή με την ημερομηνία θανάτου του Βεσάλιου (3), δίνει μια περιγραφή του θυρεού που αντίκρισε πάνω στον τάφο. Τον αποτελούσαν, λέει, τρία κίτρινα λαγωνικά σε κόκκινο φόντο και πάνω στην περικεφαλαία ένας εστεμμένος κίτρινος δικέφαλος. Στην πραγματικότητα τα λαγωνικά ήταν ικτίδες και θα έπρεπε να ήταν αργυρές σε φόντο μαύρο. Οι συγγραφείς συμπεραίνουν ότι αυτές οι ανακρίβειες – όπως και η λανθασμένη ηλικία του Βεσάλιου στην επιγραφή, 58 ετών αντί 50 – ήταν λάθη που δεν οφείλονται στην περιγραφή. Σαν εξήγηση προτείνουν είτε άγνοια είτε κακή συνεννόηση μεταξύ του πελάτη και του παραγγελιοδόχου, παραπέμποντας σε αυτό εδώ το ιστολόγιο (4).

The reason for which the article was written is the researchers’ discovery of two ignored texts about the death of the founder of modern medicine. One of them is the German version of the travels of Fürer von Haimendorf (2). In it, the German traveller, to whom we owe the burial inscription with Vesalius’ date of death (3), gives a description of the coat of arms that he saw on the grave. It consisted, he says, of three yellow greyhounds on red background and on the helmet a yellow, crowned, two-headed eagle. In fact the greyhounds were weasels and should have been argent on sable. The writers conclude that these inaccuracies – just like Vesalius’ wrong age on the inscription, 58 instead of 50 – were not mistakes of the description. As an explanation they propose ignorance or a breakdown in the communication between the makers and their customers, making a reference to this blog (4).

Σχολιάζοντας αυτό το σημαντικό ιστορικό εύρημα θα τολμήσω ένα ακόμη βήμα. Ο Christoph Fürer von Haimendorf ήταν από τη Νυρεμβέργη. Συμπτωματικά, ο Georgius Boucherus, ο άνθρωπος ο οποίος κατά τον Johannes Metellus φρόντισε για την ταφή του Βεσάλιου, ήταν επίσης από τη Νυρεμβέργη (5). Ο Fürer von Haimendorf πρέπει να αναχώρησε για το προσκύνημα του μερικούς μόνο μήνες μετά την επιστροφή του Boucherus στην πατρίδα τους (6). Λογικά πρέπει να είχε ακούσει τουλάχιστον κάποιες φήμες σχετικές με τις λεπτομέρειες του μοιραίου ταξιδιού του Βεσάλιου και είναι πολύ πιθανό, στα πλαίσια της προετοιμασίας του δικού του ταξιδιού, να είχε μιλήσει με το Boucherus προσωπικά. Αρχικός προορισμός του Fürer von Haimendorf ήταν η Αίγυπτος, από την οποία ο Boucherus είχε μόλις επιστρέψει.  

Commenting on this important historical find I will dare go one step further. Christoph Fürer von Haimendorf was from Nuremberg. Incidentally, Georgius Boucherus, the man who according to Johannes Metellus made the arrangements for Vesalius’ burial, was also from Nuremberg (5). Fürer von Haimendorf must have departed for his pilgrimage only a few months after Boucherus’ return to their home city (6). Logically he must have heard at least some of the rumours about the details of Vesalius’ fatal journey and it is quite possible that, while preparing for his own journey, he had spoken with Boucherus in person. Fürer von Haimendorf’s initial destination was Egypt, from where Boucherus had just returned.

Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι φτάνοντας στη Ζάκυνθο το πρώτο μέρος που επισκέφθηκε ήταν η Παναγία των Χαρίτων, ένα σχετικά ταπεινό μοναστήρι Φραγκισκανών όπου όμως ήταν θαμμένος ο διάσημος Bέλγος ανατόμος.  Τη δεύτερη και τελευταία μέρα της παραμονής του ανέβηκε στο κάστρο και στη Σκοπιώτισσα (7), τοποθεσίες από όπου μπορούσε να ατενίσει ένα πολύ μεγάλο μέρος του νησιού και αποτελούσαν συνηθισμένα αξιοθέατα. Οι λεπτομέρειες που δίνει για το θυρεό στην Γερμανική έκδοση της περιήγησης του – και που παραλείπονται στη Λατινική – θα μπορούσε να είναι αφενός επιβεβαίωση προς την κοινωνία της Νυρεμβέργης ότι ο συμπατριώτης τους είχε επιτελέσει στο ακέραιο το καθήκον του απέναντι στο νεκρό Βεσάλιο και αφετέρου αναφορά προς τον ίδιο το Boucherus για τον τρόπο με τον οποίο είχε εκτελεστεί η παραγγελία του.

It is perhaps not accidental that the first place he visited upon his arrival at Zakynthos was Santa Maria delle Grazie, a relatively humble Franciscan monastery where, however, the famous Belgian anatomist was buried. On the second and final day of his stay he went up to the castle and the monastery of Skopiotissa (7), places from where one could gaze a very big part of the island and were common attractions. The details of the coat of arms that he gives in the German version of his travels – which have been omitted in the Latin version – could on the one hand be a confirmation to the society of Nuremberg that their countryman had fully done his duty to the dead Vesalius and on the other a report to Boucherus himself about the manner in which his order had been executed.

Το άλλο κείμενο προέρχεται από το Γερμανό γιατρό Reinerus Solenander και χρονολογείται από το Μάιο του 1566 (8), δηλαδή περίπου ενάμιση χρόνο μετά το θάνατο του Βεσάλιου. Επειδή οι λεπτομέρειες που αναφέρει είναι εξαιρετικά σημαντικές το μεταφέρω εδώ στα Ελληνικά από την Αγγλική μετάφραση του άρθρου.

The other text comes from the German doctor Reinerus Solenander and was written in May 1566 (8), which was about a year and a half after Vesalius’ death. Because the details mentioned are extremely important I copy here verbatim the English translation of the article (9).

Ο Βεσάλιος έφυγε από την Ισπανία και ταξίδεψε στη Μασσαλία με σκοπό να αναχωρήσει για την Παλαιστίνη. Αν το έκανε αυτό από ευλάβεια ή για υλικό κέρδος δεν μπορώ να διακρίνω αρκετά καθαρά. Πιστεύω ότι δεν ήταν για λόγους θρησκευτικούς επειδή ποτέ δεν έδωσε μεγάλη σημασία στη θρησκεία. Στην Ολλανδία και τις γύρω περιοχές υπάρχουν πολλοί που πηγαίνουν εκεί για κέρδος, συνηθιζόταν δε να γίνεται ως εξής: αυτοί που έκαναν το ταξίδι έπαιρναν τα πάντα μαζί τους και τα δάνειζαν με τόκο, με τη συμφωνία ότι θα λάμβαναν τα διπλάσια ή και περισσότερα μόλις επέστρεφαν, εάν όμως δεν κατάφερναν να γυρίσουν οι ίδιοι και οι οικογένειες τους έχαναν την περιουσία τους. Όταν έφτασε στη Μασσαλία, η γυναίκα του τον είχε ήδη αποχωριστεί: είχε προηγουμένως μαλώσει με το σύζυγο της και αρνηθεί να συνεχίσει το ταξίδι μαζί του. Μετά το χωρισμό τους αυτή έφυγε για το Βέλγιο και ο Βεσάλιος συνέχισε το ταξίδι του για τη Βενετία χωρίς, όπως καταλαβαίνω, να έχει συμφιλιωθεί με τη σύζυγο του.

Vesalius left Spain with his wife and travelled to Marseilles, in order to depart for Palestine. Whether he did this out of religious conviction or for the sake of profit I cannot adequately discern. I believe that it was not for religious reasons, for he never attached any importance to religion. In Holland and the surrounding regions there are many who travel there for profit, and it was the custom to do thus: those who made this journey had everything with them and would lend it out at interest, on the understanding that if one gave a person one-fold, one would receive back two-fold or more when he came back, but if he failed to come back he and his family would lose their property. When he came to Marseilles, his wife had already left him: she had previously quarrelled with her husband and refused to go any further with him. After their separation, she left for Belgium, and Vesalius continued on his way to Venice, as I understand, without having been reconciled with his wife.

Αφού επιβιβάστηκε σε πλοίο εκεί, έπλευσε προς την Ιερουσαλήμ και περιόδευσε σε εκείνα τα μέρη. Όταν όλοι οι σύντροφοι του είχαν επισκεφθεί τα πάντα εκεί επέστρεψαν δια θαλάσσης. Στην αρχή, λόγω του θυελλώδους καιρού, εξετράπησαν από την πορεία τους, και όταν είχαν οδηγηθεί στην ανοιχτή θάλασσα ο αέρας έπεσε τόσο πολύ (θα μπορούσε να πει κανείς ότι επικράτησε πλήρης νηνεμία) που το πλοίο περιφερόταν για αρκετές εβδομάδες στην ίδια περίπου θέση. Ήταν κατακαλόκαιρο και έκανε μεγάλη ζέστη. Τότε οι περισσότεροι από τους επιβάτες αρρώστησαν και πολλοί πέθαναν. Όταν είδε τους νεκρούς να ρίχνονται στη θάλασσα για πολλές μέρες διαδοχικά, ο Βεσάλιος αποκαρδιώθηκε και αρρώστησε ο ίδιος, χωρίς όμως να πει τίποτα. Ενώ περιφέρονταν έτσι γύρω από το ίδιο σημείο άρχισαν να τελειώνουν οι προμήθειες. Υπήρχε ανεπάρκεια σε όλα και σοβαρή έλλειψη πόσιμου νερού. Μια ημερήσια μερίδα δινόταν στον καθένα, αλλά – επειδή κρατούσαν αποθεματικό έκτακτης ανάγκης – ούτε σταγόνα παραπάνω από όσο εθεωρείτο απολύτως αναγκαίο. Έχοντας βρεθεί σε αυτή την απελπιστική θέση, ο Βεσάλιος, που ήταν λιγόλογος από τη φύση του, μελαγχολικός και δεν είχε προετοιμαστεί για τέτοιο ενδεχόμενο, δεν έτυχε καμιάς περίθαλψης, καθώς τα απαραίτητα είχαν πλέον εξαντληθεί, και άρχισε να γίνεται πιο σοβαρά άρρωστος. Όταν, ασθενής ο ίδιος, ήταν αναγκασμένος να βλέπει τους συνταξιδιώτες του να ρίχνονται στη θάλασσα καθημερινά, πήγε και παρακάλεσε τον κυβερνήτη και άλλους ναυτικούς να μην τον πετάξουν στη θάλασσα αν πάθαινε κάτι ή αν πέθαινε. Αφού περιπλανήθηκαν για πολύ καιρό, άρχισε τελικά να δυναμώνει ο αέρας και μπόρεσαν να σηκώσουν πανιά με ευνοϊκό άνεμο. Στο μεταξύ ο Βεσάλιος κειτόταν άρρωστος στο αμπάρι, χωρίς κανέναν να τον εμψυχώσει ή να τον φροντίσει. Όταν φάνηκε η ξηρά όλοι ξέσπασαν σε ξέφρενους πανηγυρισμούς αλλά αυτός χειροτέρεψε. Πήγαν να του το πουν μόνο όταν έφτασαν στη Ζάκυνθο και καθώς έμπαιναν στο λιμάνι και μάζευαν τα πανιά ο Βεσάλιος ξεψύχησε μέσα στο τρίξιμο των σχοινιών και το θόρυβο από τις καμήλες. Ικανοποιήθηκε όμως η μεγαλύτερη επιθυμία του, δηλαδή να βγάλουν το σώμα του στην παραλία και να ταφεί στην ξηρά, δίπλα σε ένα παρεκκλήσι ή ναό, που βρίσκεται κοντά στο λιμάνι της Ζακύνθου.

After embarking there, he sailed for Jerusalem and wandered around those parts. Once all his travel companions had visited everything there, they returned by ship. Initially, owing to stormy weather, they were driven off course, and when they had been driven into the open sea the air became so peaceful (one might rather say ‘the wind was stilled’),that the ship drifted around for several weeks in virtually the same place. It was high summer and baking hot. Then most of the passengers fell ill, and many died. When he saw them being thrown into the sea for several days in succession, Vesalius became dispirited and began to suffer from sickness himself, but did not say anything about it. While they were drifting around in the same spot in this way, the provisions began to run out. There was a general shortage and a severe lack of drinking water. A daily ration was given to each, but beyond that – as an emergency reserve – not a drop more than was deemed necessary. Having ended up in this desperate situation, Vesalius, who was taciturn by nature, melancholic and had not provided for such an eventuality, received no care. The provisions on board had by now run out and he started to become more seriously ill. When he, a sick person himself, had to watch fellow-passengers being thrown overboard day after day, he went to implore the captain and other crew members not to throw him too into the sea should anything happen to him or should he die. After they had been drifting around for a long time, the wind finally began to pick up and they were able to sail on with a favourable wind. In the meantime, Vesalius lay sick in the hold and had nobody to encourage him or tend to him. When land was sighted, everyone became frenzied, but he became even more seriously ill. Only then did the travellers arrive at Zakynthos, they called to him and when they entered the port and struck sail, Vesalius expired amid the creaking of the ropes and the noise of camels. But he obtained what he had most desired, namely that he should be carried ashore and buried on land, near a chapel or shrine near the port of Zakynthos.

Αυτά τα έχει πει ένας έμπορος από τη Νυρεμβέργη, ο οποίος συνταξίδεψε με το Βεσάλιο από τη Βενετία. Όταν έφτασαν στην Κύπρο ο έμπορος άφησε τους συνταξιδιώτες του εκεί και αναχώρησε για την Αλεξάνδρεια με άλλο πλοίο. Από εκεί ταξίδεψε στο Κάιρο, και μετά, αφού τελείωσε τις δουλειές του, επέστρεψε στην Κύπρο όπου, κατά μεγάλη σύμπτωση, συνάντησε το ίδιο πλοίο και τους ίδιους συντρόφους. Αφότου επανενώθηκε μαζί τους υποβλήθηκε στους ίδιους κινδύνους και βίωσε την ίδια μοίρα με τους συνταξιδιώτες του. Ωστόσο, επέστρεψε στη Βενετία αφήνοντας το Βεσάλιο στη Ζάκυνθο όπου τον έθαψε. Μόλις η γυναίκα του έμαθε το θάνατο του συζύγου της παντρεύτηκε σε σύντομο διάστημα έναν άλλο, κάποιον ευγενή. Ο Βεσάλιος άφησε στην κόρη του δώδεκα χιλιάδες τάληρα και ετήσιο εισόδημα μεγαλύτερο από εφτακόσια.

This story was told by a merchant from Nuremberg, who had embarked together with Vesalius in Venice. When they [on their outward journey] arrived in Cyprus, the merchant left his fellow-travellers there and departed for Alexandria aboard another ship. From there he travelled to Cairo, and then, after completing his business, returned and in Cyprus, by a great coincidence, rejoined the same ship and the same travel companions [on their return journey].Once he had rejoined them, he too underwent these dangers and experienced the same fate as his fellow-travellers. After he had left Vesalius on Zakynthos and buried him, he returned to Venice, however. After his wife had learnt of the death of her husband, she quickly married another, a certain nobleman.Vesalius left his daughter the sum of twelve thousand thalers and an annual income of more than seven hundred.

Η επιστολή του Solenander, όπως λέει ο ίδιος, βασίζεται στη μαρτυρία ενός εμπόρου από τη Νυρεμβέργη, όπως και οι γνωστές επιστολές του Metellus, σε μία από τις οποίες ο έμπορος κατονομάζεται σαν Georgius Boucherus. Είναι όμως φανερό πως το γραπτό του Solenander δεν προέρχεται από αυτές τις επιστολές αφού αναφέρει πρόσθετα στοιχεία, όπως το σημείο ταφής, και ταυτόχρονα έχει διαφορές, όπως το ότι ο Βεσάλιος ξεψύχησε πάνω στο πλοίο. Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι ο Solenander δεν γνώριζε την εκδοχή του Metellus και δεν ενσωμάτωσε κάποια στοιχεία της σε αυτήν που παρουσίασε. Ιδιαίτερα η υπόθεση που κάνει για οικονομικό κίνητρο του προσκυνήματος και πιθανό στοίχημα ίσως έχουν τη ρίζα τους σε αυτά που διέδιδε ο Metellus.

Solenander’s letter, as he says himself, is based on the testimony of a merchant from Nuremberg, just like the known letters of Metellus, in one of which the merchant is named as Georgius Boucherus. It is, however, obvious that Solenander’s text is not based on those letters since he mentions additional information, like the location of the grave, and at the same time has differences, for example that Vesalius breathed his last on board the ship. This does not necessarily mean that Solenander did not know Metellus’ version and did not incorporate some of its elements in the one he presented. Especially his hypothesis of the financial motive of the pilgrimage and the possible bet may have their roots in what Metellus had been promulgating.

Είναι βέβαιο πως η πληροφορία για το σημείο ταφής δεν προέρχεται από τον Fürer von Haimendorf, ο οποίος δεν είχε επιστρέψει από τα ταξίδια του όταν έγραφε ο Solenander (10). Πρόκειται δηλαδή για μια τέταρτη μαρτυρία, ανεξάρτητη από αυτές των Fürer von Haimendorf, Zuallardo (11) και Pigafetta (12), η οποία επίσης υποδεικνύει την Παναγία των Χαρίτων σαν τον τόπο ταφής του Βεσάλιου, μιας και η εκκλησία αυτή ήταν εκείνη την εποχή η μοναδική Καθολική κοντά στο λιμάνι (13).

It is certain that the information about the burial site does not come from Fürer von Haimendorf, who had not yet returned from his travels when Solenander was writing (10). This makes it a fourth testimony, independent from those of Fürer von Haimendorf, Zuallardo (11) and Pigafetta (12), which also points at Santa Maria delle Grazie as the location of Vesalius’ grave, since that church was at the time the only Catholic one near the port (13).

Η σημασία όμως αυτού του στοιχείου είναι τεράστια και δεν σταματάει εδώ. Η αρχική πηγή του ήταν ο Boucherus, ουσιαστικά αυτό μας λέει ο Solenander. Τοποθετείται έτσι ο Boucherus στη Ζάκυνθο, την ώρα της κηδείας του Βεσάλιου, ή το πολύ-πολύ λίγο καιρό αργότερα. Όπως είναι γνωστό ο Βεσάλιος πέθανε στα μέσα Οκτωβρίου και οι ταξιδιώτες του Λεβάντε φρόντιζαν να επιστρέψουν πριν την έλευση του χειμώνα. Εξάλλου την επόμενη άνοιξη ο Boucherus είχε ήδη διηγηθεί την ιστορία του στο Metellus και το γιατρό Echtius στη Γερμανία. Μέρος αυτής της ιστορίας ήταν το ότι ο Βεσάλιος προσδοκούσε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό μετά την επιστροφή του. Αποτελεί μάλιστα μέρος της ιστορίας που διηγείται και ο Solenander. Το ότι στον Βεσάλιο χρωστούσαν χρήματα είναι γεγονός που το διασταυρώνουμε και από άλλη πηγή (14). Ο μόνος όμως τρόπος που θα μπορούσε ένας Γερμανός έμπορος να γνωρίζει, ενώ ταξίδευε στην Ανατολή, τι διακανονισμούς είχε κάνει ο Βεσάλιος στην Ισπανία πριν την αναχώρηση του ήταν να του το είχε πει ο ίδιος ο Βεσάλιος. Το να συναντηθεί κάποιος που είχε πάει στην Αίγυπτο με κάποιον που είχε πάει στην Παλαιστίνη, και να γνωριστούν αρκετά ώστε να συζητήσουν την οικονομική τους κατάσταση, μπορεί να σημαίνει μόνο ένα πράγμα: ότι συνταξίδεψαν.  Έχουμε λοιπόν μπροστά μας την απόδειξη ότι ο Boucherus έλεγε την αλήθεια.

The importance of this evidence though is huge and does not stop here. Its initial source was Boucherus, effectively this is what Solenander tells us. So Boucherus is placed in Zakynthos, at the time of Vesalius’ funeral, or a little later at the most. It is known that Vesalius died in mid-October and Levant travellers tried to return before the onset of winter. Besides, by next spring Boucherus had already narrated his story to Metellus and doctor Echtius in Germany. Part of this story is that Vesalius expected a large sum of money upon his return. This forms part of the story that Solenander recounts too. Vesalius being owed money is a fact that we also derive from elsewhere (14). The only way, however, that a German merchant travelling in the Levant could know what arrangements Vesalius had made in Spain before his departure was to have been told by Vesalius himself. If a man travelling to Egypt met someone who had gone to Palestine, and they got familiar enough to discuss their finances, then this could mean only one thing: that they travelled together. So, we have in front of us the proof that Boucherus was telling the truth.

Όσον αφορά τις διαφορές της εκδοχής του Solenander με αυτήν του Metellus, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η του τελευταίου είναι πιο έγκυρη αφού προέρχεται από απευθείας συνομιλία με τον Boucherus. Είναι άγνωστο πόσα άτομα παρεμβλήθηκαν μεταξύ Boucherus και Solenander. Γι αυτό το λόγο ο θάνατος του Βεσάλιου πάνω στο πλοίο θα πρέπει να θεωρηθεί ανακριβής, ενώ και τα περί συνάντησης με το Boucherus στη Βενετία και η σύμπτωση στην Κύπρο να αντιμετωπιστούν με δικαιολογημένη δυσπιστία. Άλλωστε, οι πιθανότητες να περίμενε το ίδιο πλοίο για τρεις μήνες τους προσκυνητές ή να πήγε να τους ξαναπάρει είναι μηδαμινές. Ούτε είναι εύκολα εξηγήσιμη η παραμονή στους Αγίους Τόπους για τρεις ολόκληρους μήνες όταν οι περισσότεροι προσκυνητές δεν έμεναν πάνω από δύο ή τρεις εβδομάδες, και ενώ, σύμφωνα με το Metellus, ο Βεσάλιος βιαζόταν να επιστρέψει. Πρόκειται μάλλον για προσπάθεια του Solenander, ή κάποιου από τους πληροφοριοδότες του, να συμβιβάσει το πως ο Βεσάλιος, για τον οποίο γνώριζε μόνο ότι επισκέφτηκε την Παλαιστίνη, συναντήθηκε με τον προερχόμενο από την Αίγυπτο Boucherus. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Metellus, γνωστός χαρτογράφος με άριστη γνώση γεωγραφίας, στον οποίο ο Boucherus θα είχε γνωστοποιήσει το δρομολόγιο του Βεσάλιου, δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να προσφέρει κάποια εξήγηση.

With regards to the differences of Solenander’s version with that of Metellus, the latter’s must be considered more reliable since it comes from a face to face conversation with Boucherus. It is not known how many people came between Boucherus and Solenander. For this reason Vesalius’ death on board the ship must be considered inaccurate, while for his meeting with Boucherus in Venice and their coincidence in Cyprus we can be justifiably sceptical. Besides, the chances that the same ship waited for the pilgrims for three months or that she went back to pick them up are minimal. Also their stay in the Holy Land for three whole months is not easily explainable when most pilgrims did not stay for more than two or three weeks, especially as, according to Metellus, Vesalius was in a hurry to return. It is probably an effort by Solenander, or one of his informants, to reconcile how Vesalius, for whom he knew only that he visited Palestine, met with Boucherus, who was travelling from Egypt. It is worth noting that Metellus, a known cartographer with excellent knowledge of geography and whom Boucherus would have acquainted with Vesalius’ itinerary, did not feel the need to offer an explanation.

Σε αντίθεση με το Metellus, που ενδιαφερόταν περισσότερο να βρει κάποιο υποτιθέμενο ηθικό παράπτωμα στο οποίο μπορούσε να χρεωθεί η κακή τύχη του διάσημου γιατρού, η διήγηση του Solenander είναι κυρίως περιγραφική και λιγότερο επικριτική, με μια εμφανή προσπάθεια να εξηγηθούν τα συμβάντα. Έτσι, εκτός από την εξήγηση της συμπόρευσης των δύο ανδρών, η οποία δεν φαίνεται να συμβαδίζει με την αφήγηση του Metellus, προσφέρει μια αρκετά ‘τραβηγμένη’ ερμηνεία της προσδοκίας του Βεσάλιου για την πληρωμή ενός μεγάλου χρηματικού ποσού μετά την επιστροφή του. Δίνει ακόμη μια πολύ εκτενέστερη, αν και αρκετά απλουστευμένη, περιγραφή τόσο των καιρικών συνθηκών που οδήγησαν στην παράταση του ταξιδιού όσο και των συνθηκών πάνω στο καράβι.

Unlike Metellus, who was more interested in finding a supposed moral failing which could be blamed for the misfortune of the famous doctor, Solenander’s narration is mainly descriptive and less judgemental, with obvious endeavours to explain how events unfolded. Consequently, apart from the explanation of the concurrence of the two men, which does not seem to agree with Metellus’ account, he offers a quite “stretched” interpretation of Vesalius’ expectation for the payment of a large sum of money. He also gives us a much longer, though quite simplified, description of the weather conditions that caused the lengthening of the journey and of the conditions on board the ship.

Δύο ακόμη από τις πληροφορίες του Solenander παρουσιάζουν κατά τη γνώμη μου ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η μία είναι ότι ο Βεσάλιος θάφτηκε κοντά στην εκκλησία και όχι μέσα. Αυτό έχει σημασία γιατί αν είχε θαφτεί στο εσωτερικό της οι πιθανότητες ανεύρεσης των οστών του θα ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτες. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς (15), στο σημείο που κάποτε στεκόταν η Παναγία των Χαρίτων έχουν ανεγερθεί διαδοχικά μετά το σεισμό του 1953 δύο οικοδομές με βαθιά θεμέλια. Από τη στιγμή που ο τάφος δεν βρισκόταν σε εκείνο ακριβώς το σημείο υπάρχει η ελπίδα ότι κάποτε θα βρεθεί.

Two more pieces of information from Solenander are in my opinion of particular interest. One is that Vesalius was buried near the church and not inside. This is important because if he had been buried in the interior the possibility of finding his bones would have been effectively non-existent. According to calculations (15), two dwellings with deep foundations were built consecutively after the earthquake of 1953 in the spot where Santa Maria delle Grazie once stood. Since the grave was not at that precise spot there is the hope that one day it will be found.  

Η άλλη πληροφορία, που δίνεται πολύ πιο ξεκάθαρα από ότι στα κείμενα του Metellus, είναι ότι θύματα της μυστηριώδους ασθένειας που οδήγησε στο θάνατο του Βεσάλιου ήταν οι σύντροφοι του και όχι το πλήρωμα του πλοίου. Αυτό αποκλείει το ενδεχόμενο η ασθένεια να ήταν μεταδοτική ή ο Βεσάλιος να πέθανε από την πείνα, τη δίψα και τις κακουχίες του ταξιδιού – σε αυτά θα ήταν περισσότερο επιρρεπείς από τους επιβάτες οι σκληρά εργαζόμενοι ναυτικοί. Δείχνει ότι τα αίτια της ασθένειας θα πρέπει να αναζητηθούν στις συνθήκες που αντιμετώπισε ο Βεσάλιος και οι σύντροφοι του πριν, ή και πολύ πριν, επιβιβαστούν στο πλοίο. Ενισχύει δηλαδή τη θεωρία ότι ο Βεσάλιος πέθανε από σκορβούτο, που εκδηλώθηκε μετά από ένα πολύμηνο ταξίδι, τόσο στη θάλασσα όσο και σε ερημικές και ημιερημικές περιοχές, στους θερμότερους μήνες του χρόνου (16).  

The other piece of information, given much more clearly than in Metellus’ texts, is that the victims of the mysterious disease that killed Vesalius were his travelling companions and not the crew of the ship. This excludes the possibility that the disease was contagious or that Vesalius may have died from hunger, thirst and the hardships of the journey – the hard working sailors would have been far more susceptible to those than the passengers. It shows that the causes of the disease must be sought in the conditions that Vesalius and his companions faced before, or even long before, they boarded the ship. In that respect it strengthens the theory that Vesalius died from scurvy, which occurred after many months of travel, both in the sea and in desert and semi-desert areas, during the hottest months of the year (16).

---------------------------------------------------------------------------------- 

1)  Τόμος 18ος, Δεκέμβριος 2012, σσ. 70 – 75.

Volume XVIII, December 2012, pp. 70 – 75.

2)  Christoph Fürer von Haimendorff, Reis-Beschreibung in Εgypten, Arabien, Palästinam, Syrien, etc.: M. beygef. Landtafel u. ders. Erkl.Sambt KurtzemAnh.Jacob Fürers von Haimendorff, s. Brüders, Constantinopolitanischer Reise, Νυρεμβέργη 1646, σσ. 7 – 8.

Christoph Fürer von Haimendorff, Reis-Beschreibung in Εgypten, Arabien, Palästinam, Syrien, etc.: M. beygef. Landtafel u. ders. Erkl.Sambt KurtzemAnh.Jacob Fürers von Haimendorff, s. Brüders, Constantinopolitanischer Reise, Nuremberg 1646, pp. 7 – 8.

3)  Christoph Fürer von Haimendorff,  Itinerarium Aegypti, Arabiae, Palaestinae, Syriae, aliarumque regionum orientalium, Νυρεμβέργη 1621, σ. 2.

Christoph Fürer von Haimendorff,  Itinerarium Aegypti, Arabiae, Palaestinae, Syriae, aliarumque regionum orientalium, Nuremberg 1621, p. 2.


The causes of the enigmatic death of Vesalius in Zante in 1564, http://pampalaia.blogspot.co.uk/2012/03/causes-of-enigmatic-death-of-vesalius.html

5)  Petrus Bertius, Illustrium & clarorum Virorum EPISTOLAE SELECTIORES, Superiore saeculo scriptae vel a Belgis, vel ad Belgas, Leyden 1617, σσ. 372 – 373.

6)  Ο Fürer von Haimendorff αναχώρησε από τη Βενετία στις 21 Ιουλίου 1565.

Fürer von Haimendorff departed from Venice on 21 July 1565.

7)  Αναφέρει ένα μοναστήρι πάνω σε ένα βουνό, με ωραία θέα προς το λιμάνι και τη θάλασσα.

He mentions a monastery on a mountain, with a nice view towards the port and the sea.

8)  Η επιστολή του Solenander διασώθηκε σε μια ελάχιστα γνωστή έκδοση του Thomas Theodor Crusius, την Vergnügung müssiger Stunden, oder allerhand nutzliche zur heutigen galanten Gelehrsamkeit dienende Anmerckungen του 1722.

Solenander’s letter has been preserved in a little known edition of Thomas Theodor Crusius’ Vergnügung müssiger Stunden, oder allerhand nutzliche zur heutigen galanten Gelehrsamkeit dienende Anmerckungen of 1722.

9)  Για τα σχόλια του Crusius, όπως και τη μετάφραση από τα Γερμανικά του κειμένου του Fürer von Haimendorff, ο αναγνώστης παραπέμπεται στο ίδιο το άρθρο, το οποίο όμως δεν φαίνεται να είναι ακόμη προσβάσιμο μέσω διαδικτύου.

For Cusius’ comments, as well as the translation of Fürer von Haimendorff’s text from German, the reader is referred to the original article, which, however, does not seem to be yet accessible by internet.

10)  Ο Solenander έγραψε την επιστολή του το Μάιο του 1566, την εποχή που ο Fürer von Haimendorff βρισκόταν κάπου μεταξύ Κύπρου και Καραμανίας.  Δεν επέστρεψε στη Νυρεμβέργη πριν το 1567.

Solenander wrote his letter in May 1566, at the time when Fürer von Haimendorff was somewhere between Cyprus and Caramania. He did not return to Nuremberg before 1567.

11)  Il devotissimo Viaggio Di Gierusalemme, Ρώμη 1595, σσ. 85 – 86.

Il devotissimo Viaggio Di Gierusalemme, Rome 1595, pp 85 – 86.

12)  Theatro del Mondo di A. Ortelio: da lui poco inanzi la sua morte riveduto, e di tavole nuove et commenti adorno, et arricchito, con la vita dell' autore. Traslato in lingua Toscana dal Sigr F. Pigafetta, 1608/1612, σχόλια στο Χάρτη 217, βλέπε http://pampalaia.blogspot.co.uk/2013/04/the-tomb-of-vesalius-and-filippo.html.

Theatro del Mondo di A. Ortelio: da lui poco inanzi la sua morte riveduto, e di tavole nuove et commenti adorno, et arricchito, con la vita dell' autore. Traslato in lingua Toscana dal Sigr F. Pigafetta, 1608/1612, background information in Map 217, see http://pampalaia.blogspot.co.uk/2013/04/the-tomb-of-vesalius-and-filippo.html.

13)  Ο Άγιος Μάρκος, η άλλη εκκλησία των Καθολικών κοντά στο λιμάνι, δεν οικοδομήθηκε παρά το 17ο αιώνα.

St Mark, the other church of the Catholics near the port, was not built until the 17th century.

14)  Η μαρτυρία είναι του Φλαμανδού γιατρού και βοτανολόγου Carolus Clusius, ο οποίος έφτασε στη Μαδρίτη αμέσως μετά την αναχώρηση του Βεσάλιου και πληροφορήθηκε τα γεγονότα από συμπατριώτες τους που ήταν σε θέση να γνωρίζουν.

This is according to the testimony of the Flemish doctor and botanist Carolus Clusius, who arrived in Madrid immediately after Vesalius’ departure and was told the facts by countrymen of theirs who were in a position to know.

15)  Σημάδια στο κατώφλι του παρελθόντος, http://pampalaia.blogspot.co.uk/2012/10/blog-post.html.

Marks in the doorstep of the past, http://pampalaia.blogspot.co.uk/2012/10/blog-post.html.

16)  Θάνατος Βεσάλιου: επιπλέον στοιχεία δείχνουν σκορβούτο http://pampalaia.blogspot.co.uk/2013/06/blog-post.html.

Death of Vesalius: more evidence points to scurvy, http://pampalaia.blogspot.co.uk/2013/05/death-of-vesalius-more-evidence-points_22.html
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .