Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

Ο γελωτοποιός και ο τάφος του ρήτορα


Ο Thomas Coryat ήταν για ένα διάστημα γελωτοποιός στην αυλή του Πρίγκιπα της Ουαλίας Ερρίκου, γιού του Ιακώβου Α΄ της Αγγλίας (και ΣΤ΄ της Σκωτίας). Δεν είναι φαινόμενο μοναδικό στην Ιστορία, ένας άνθρωπος που είχε αναλάβει το ρόλο του ανόητου και του τρελού να αποδεικνύεται πιο ακέραιος και γνωστικός από τους καθωσπρέπει γνωστικούς. Στη χώρα μας άλλωστε λέγεται πως από παιδί και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Είχαμε πει στο προηγούμενο πως ο Coryat είχε ταξιδέψει στη Βενετία το 1608, καλύπτοντας ένα μεγάλο μέρος της απόστασης με τα πόδια. Περιγράφοντας την πλούσια και ασυναγώνιστα γραφική μητρόπολη μας άφησε και μια περιγραφή της επιγεγραμμένης πλάκας από τον τάφο του Κικέρωνα, που ‘βρισκόταν μέχρι πριν λίγα χρόνια στη Ζάκυνθο, που τώρα λέγεται Zante, ένα φημισμένο νησί στο Ιόνιο Πέλαγος, από όπου τη φέρανε αργότερα στη Βενετία.’ (1)

Στις 20 Οκτωβρίου 1612 ξεκίνησε για ένα πολύ μεγαλύτερο ταξίδι στην Ασία, με πρώτο προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Από εκεί συνέχισε για τους Αγίους Τόπους, την Περσία και τις Ινδίες. Έστειλε γράμματα από τις Ινδίες με τις εντυπώσεις του, που δημοσιεύτηκαν στο Λονδίνο, αλλά το 1617 πέθανε από δυσεντερία στο Σουράτ του Γκουτζεράτ.  Ήταν τότε σαράντα χρονών. Σαν από θαύμα μερικές από τις ημερολογιακές του σημειώσεις διασώθηκαν και επέστρεψαν στην Αγγλία. Ανάμεσα τους οι εντυπώσεις του από τη Ζάκυνθο, από όπου είχε περάσει τον Ιανουάριο του 1613, δοσμένες με το συνηθισμένο του χιούμορ. Όπως πολλοί άλλοι δεν παρέλειψε να αναφέρει τις εκκλησίες (2):

Τώρα θα αναφέρω κάτι σχετικά με αυτή την πόλη, που στους περισσότερους από όσους το διαβάσουν θα φανεί σχεδόν απίστευτο. Παρόλο που δεν έχει περιφέρεια πάνω από δυόμισι ή το πολύ τρία μίλια, πρέπει να περιέχει σαράντα τρεις εκκλησίες και παρεκκλήσια. Αυτό είναι τόσο αληθινό που δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς – μόνο που είναι τόσο μικρές ώστε μια σχετικά ευμεγέθης εκκλησία μιας πόλης της Αγγλίας να φτάνει να είναι σε μέγεθος σχεδόν όσο δέκα από αυτές. Αυτά είναι τα ονόματα τους συνολικά – οι τρεις πρώτες είναι στο κάστρο, του Αγίου Φραγκίσκου, της Αγίας Αικατερίνης, του Αγίου Μάρκου. Της Παναγίας στην πόλη, στο προαύλιο ή στο πλάτωμα της οποίας, πριν μπω σε οποιοδήποτε σημείο της εκκλησίας, είδα ένα πολύ αξιοσημείωτο μνημείο το οποίο δεν θα αφήσω αμνημόνευτο, τον τάφο του Μάρκου Τύλλιου Κικέρωνα και της συζύγου του Τερέντιας, αλλά είναι ένα τόσο αισχρό και πρόστυχο μνήμα που δεν μπορώ παρά να λυπηθώ για την ατυχία αυτού του φημισμένου και απαράμιλλου ρήτορα, από την αστείρευτη πηγή απαράμιλλης γνώσης του οποίου τόσοι πολλοί άριστοι ρήτορες έχουν αντλήσει το πνεύμα της ρητορικής εφεύρεσης, προς μεγάλη αισθητική βελτίωση και διακόσμηση των εκλεπτυσμένων ενδελεχών τους μελετών. Γιατί στέκεται sub dio, τελείως ασκέπαστος, χωρίς καμία ταφική ή επιγραφική πλάκα, που να μπορεί να πληροφορήσει τον αναγνώστη της περί του ποιός κείται εκεί – κάτι που δεν μπορεί παρά να γεμίσει με ένα είδος θεϊκού φόβου οποιονδήποτε έχει μια σπίθα μάθησης.  Ίσως η υδρία στην οποία είχε τοποθετηθεί η τέφρα του να παραμένει εκεί, αν και οι Βενετοί λήστεψαν το μνημείο από αυτό το μέρος, κάτι που γνωρίζω πολύ καλά πως είναι αλήθεια, λόγω μιας αρχαίας επιγραφής που διάβασα πάνω σε μια λίθινη πλάκα στον εσωτερικό περίβολο του οίκου ενός Clarissimo (Βενετού ευγενή) κολλητά στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία, το οποίο έχω αναφέρει στο προηγούμενο βιβλίο μου, δηλ. Marce Tulli Cicero, have & tu Terentia Antoniana. Αυτές οι τέσσερες εκκλησίες ανήκουν στους Ιταλούς και οι υπόλοιπες (που είναι 39) στους Έλληνες.


Πρόχειρο (αλλά σε κλίμακα) σχέδιο της περιοχής της Santa Maria delle Grazie, βασισμένο στο χάρτη του Nicolo Gentilini του 1632. Η απόσταση της εκκλησίας από τη θάλασσα ήταν κάτι λιγότερο από 50 Βενετικά ‘πάσσα’, δηλαδή κάπου 80 μέτρα. Σημειώνεται μόνο η εκκλησία και όχι το μοναστήρι. Το οικοδομικό τετράγωνο μεταξύ εκκλησίας και νοσοκομείου δεν διαφαίνεται κατά πόσο ήταν πραγματικά οικοδομημένο. Το νοσοκομείο βρισκόταν περίπου στη ίδια θέση με το προσεισμικό νοσοκομείο και εκτεινόταν, όπως φαίνεται, πάνω στο Φλαρόμωλο. Στη βόρεια πλευρά του Φλαρόμωλου είχαν τοποθετηθεί ‘μαρόκοι’ (μεγάλες πέτρες).



Τα θλιβερά απομεινάρια του συλημένου τάφου του Κικέρωνα υπήρχαν ακόμα στη Ζάκυνθο το 1613. Αν βέβαια πιστέψουμε πως αυτός ήταν πραγματικά ο τάφος που είχε ανακαλυφθεί τυχαία το 1544 – γιατί από ότι φαίνεται οι μοναχοί της Σάντα Μαρία δεν ήταν αυτοί που έδειξαν το μνημείο στον Coryat. Αν ήταν παρόντες θα του είχαν πει αν είχαν ακόμα στην κατοχή τους την τεφροδόχο και την δακρυδόχο που είχαν βρεθεί μέσα, ή όχι, και ίσως του τα έδειχναν κιόλας. Μάλλον όμως δεν ήταν πια τόσο περήφανοι που ο μεγάλος ρήτορας της αρχαιότητας είχε θαφτεί στην αυλή τους. Κρίνοντας μάλιστα από το πέπλο σιωπής που σκέπασε ξαφνικά την ύπαρξη του τάφου από τη δεκαετία του 1560 και μετά, δεν ήθελαν ούτε να το συζητάνε (3). Έτσι δεν ξέρουμε που βρίσκονταν τα αγγεία. Αν κάποιος ήθελε να στοιχηματίσει, το πιθανότερο είναι ότι είχαν ακολουθήσει την επιγραφή στη Βενετία.   

Ο Thomas Coryat όμως ούτε ξεγελιόταν, ούτε τα λόγια του μάσαγε. Καμιά αμφιβολία στο μυαλό του – επρόκειτο για ληστεία! Οποιοδήποτε και αν ήταν το πρόσχημα, όσα και να τσέπωσε ο καθολικός επίσκοπος Ζακύνθου και ποιός ξέρει ποιοί άλλοι. Και ήταν ταυτόχρονα ιεροσυλία και προσβολή στη μνήμη του Κικέρωνα. Για τις πληροφορίες που μας άφησε ο Coryat πρέπει να του είμαστε ευγνώμονες. Για την ευθύτατη κρίση και την αμασκάρευτη ειλικρίνεια του αξίζει το σεβασμό μας.



------------------------------------------------------------------------- 

(1)  Coryat’s Crudities, Λονδίνο 1776, τ. 1ος, σ. 223.

(2)  Hacluytus Posthumus or Purchas His Pilgrimes, Γλασκώβη 1905, τ. 10ος, κεφ. 12ο, σσ. 291 -292.

(3)  Η μαρτυρία του Thomas Coryat – την οποία δεν είχε μέχρι τώρα αναφέρει κανείς από όσους ασχολήθηκαν με το θέμα – είναι η πρώτη στην οποία κάποιος ισχυρίζεται ότι είδε το μνημείο με τα μάτια του, έστω και στη θλιβερή αυτή κατάσταση, μετά το 1556. Ο Jacopo Morelli στο βιβλίο Dissertazione Intorno Ad Alcuni Viaggiatori Eruditi Veneziani, Βενετία 1803, σε μια σημείωση στη σελίδα 35, αναφέρει ότι, σύμφωνα με το Vita di Cicerone του Fransesco Fabricio, το μνημείο φυλασσόταν στο σκευοφυλάκιο της Santa Maria delle Grazie το 1563. Στην πραγματικότητα πρόκειται για το έργο Historia M. Tulii Ciceronis του Franciscus Fabricius Marcoduranus, το οποίο όντως εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1563, αλλά ο συγγραφέας βασίζεται στις πληροφορίες του Desiderius Lignamineus από το 1546 και σε καμία άλλη πηγή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .